ΣΗΜΕΡΟΝ

ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν

Κλίμαξ – Λόγος Δʹ: Περὶ τῆς μακαρίας, καὶ ἀειμνήστου ὑπακοῆς. Κείμενο και μετάφραση

View this document on Scribd

Πηγή (επεξεργασμένου) αχραίου κειμένου: http://remacle.org/bloodwolf/eglise/climaque/table.htm

Η μετάφραση είναι της Ι.Μ. Παρακλήτου

Αν δεν έχετε λογαριασμό στο Scribd και θέλετε να κατεβάσετε το αρχείο, κάντε κλικ εδώ + 

24/12/2011 Posted by | κείμενο και μετάφραση. | , , , , , , , , , , , , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κλίμαξ – Λόγος Δʹ: Περὶ τῆς μακαρίας, καὶ ἀειμνήστου ὑπακοῆς. Κείμενο και μετάφραση

Ἡ «ψυχοπάθεια» τοῦ ἀνθρώπου.

Δὲν εἶναι ἀνάγκη κάποιος νὰ εἶναι -ἂς ποῦμε- σχιζοφρενὴς γιὰ νὰ εἶναι ψυχοπαθὴς ἀλλά, ἀπὸ Πατερικῆς ἄποψης, ψυχοπάθεια ὑπάρχει στὸν ἄνθρωπο ἐκεῖνον ποὺ δὲν λειτουργεῖ σωστὰ ἡ ψυχή του. Ἡ ἐνέργεια τῆς ψυχῆς του, τὴν ὁποία οἱ ἅγιοι Πατέρες τήν ὀνομάσαν «νοερὰ ἐνέργεια», δέν λειτουργεῖ σωστά.

Ὅταν ἡ «νοερὰ ἐνέργεια» τοῦ ἀνθρώπου δὲν λειτουργεῖ σωστὰ (καὶ σὲ ὅλους μας συμβαίνει αὐτό, ὅσο δὲν ἔχουμε θεραπευτεῖ μέσα στὸ θεραπευτήριο ποὺ λέγεται Ἐκκλησία), ὁ ἄνθρωπος εἶναι ψυχοπαθής. Τότε ὁ νοῦς του εἶναι γεμάτος ἀπὸ λογισμούς καί αὐτό συνιστᾶ τήν «ἀκαθαρσία» του. Στόν ἐμπαθή λοιπόν ἤ «ψυχοπαθή» (κατά τήν Πατερική ὁρολογία) ὁ νοῦς εἶναι ἀκάθαρτος.       ………     Διαβάστε περισσότερα μέσω ΚΥΡΙΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ LORD JESUS CHRIST 3: Ἡ «ψυχοπάθεια» τοῦ ἀνθρώπου..

10/12/2011 Posted by | πατήρ Σάββας Αγιορείτης, ΓΕΝΙΚΑ | , , , , , , , , , , , , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ἡ «ψυχοπάθεια» τοῦ ἀνθρώπου.

Η αληθής θεωρία δίδεται υπό του Θεού δια της ελεύσεως Αυτού εις την ψυχήν. Αγ. Σιλουανού

Εικόνα του Αγίου Σιλουανού, αγιοΕν τη ορθοδόξω ασκητική πείρα η οδός των αφηρημένων θεωριών απορρίπτεται ως εσφαλμένη. Εκείνος όστις εις τας περί του Θεού σκέψεις ίσταται εις την αφηρημένην θεωρίαν του Αγαθού, του Ωραίου, της Αιωνιότητος, της Αγάπης κ.τ.λ., ίσταται εις απατηλήν οδόν. Όστις πάλιν μόνον απεκδύεται πάσας τας εμπειρικάς εικόνας και εννοίας, ωσαύτως δεν εγνώρισεν εισέτι την αληθή οδόν.

Η ορθόδοξος ενόρασις του Θεού δεν είναι αφηρημένη θεωρία του Αγαθού, της Αγάπης και των λοιπών. Δεν είναι ούτε και απλή απέκδυσις του νοός από πασών των εικόνων και εννοιών. Η αληθής θεωρία δίδεται υπό του Θεού δια της ελεύσεως Αυτού εις την ψυχήν. Τότε η ψυχή ενορά τον Θεόν και βλέπει ότι Αυτός αγαπά, ότι είναι αγαθός, μεγαλοπρεπής, αιώνιος, βλέπει το άρρητον και υπερβατικόν Αυτού. Αφηρημένως όμως ουδέν ενοράται.

28/11/2011 Posted by | Αγ. Σιλουανού | , , , , , , , , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Η αληθής θεωρία δίδεται υπό του Θεού δια της ελεύσεως Αυτού εις την ψυχήν. Αγ. Σιλουανού

Από την τρομερή πτώση στον στέφανο του μαρτυρίου

ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ ΠΤΩΣΙ ΣΤΟΝ ΣΤΕΦΑΝΟ ΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΙΟΥ

Ναι μεν η μαύρη σκλαβιά είχε χυμένη σε όλες τις ελληνικές καρδιές μια μελαγχολία, μα η ελπίδα πως μια μέρα θα σπάσουν τα δεσμά, έδινε θάρρος και δύναμι στους σκλάβους να εργάζωνται κρυφά τη νύχτα στα υπόγεια των Μοναστηριών για να φτιάνουν μπαρούτι, βόλια, γιαταγάνια κοφτερά και καριοφύλλια, για τη ημέρα τη μεγάλη. Ήταν μια μελαγχολία, που η ελπίδα την είχε μεταβάλει σε κρυφή χαρά. Η μελαγχολία όμως, που είχε χυθή στις αγαθές και φιλότιμες καρδιές όλων των Υδραίων, ήταν ανείπωτη. Οι πιο πολλοί από αυτούς τότε εβάδιζαν με σκυμμένα τα κεφάλια χωρίς λέξι να μπορούν να ειπούν, άλλοι έσφιγγαν τα δόντια τους και τις γροθιές τους απειλητικά. «Ακούς εκεί να βρεθή Υδραίος να αλλάξη την πίστι του»! Δεν ημπορούσαν να χωνέψουν την προσβολή που έγινε στο δοξασμένο τους νησί. Το πιο μεγάλο όμως φαρμάκι έπινε δίχως άλλο η άμοιρη μάννα του εξωμότου. Μόλις έμαθε πως ο γυιός της άλλαξε την πίστι του στη Ρόδο και εμπήκε στο παλάτι του πασά, εντύθηκε τα μαύρα, έβαψε και το σπίτι της μαύρο και εκλείσθηκε μέσα. Ούτε και στην Εκκλησιά μπορούσε να πάη. Πού να παρουσιασθή στον κόσμο; Όλοι θα την έδειχναν με το δάκτυλο και θάλεγαν μεταξύ τους: «να η μητέρα εκείνου, που άλλαξε την πίστι του!» Πώς θα μπορούσε να βαστήξη μια τέτοια προσβολή; Τη ζωή της δεν την ήθελε πια η δυστυχής Υδραία μάννα. Και έκλαιγε, έκλαιγε νύχτα και μέρα. Μάλιστα, όταν από τις σχισμές των κλειστών παραθύρων του σπιτιού της έβλεπε καμμιά φορά τους διαβάτες να κάνουν ανατριχιασμένοι το σταυρό τους μόλις αντίκρυζαν το σπίτι της, της ερχόταν να ξερριζώση τα μαλλιά της από την απελπισία.

* * *

Δεν πέρασε πολύς καιρός ωστόσο, που ο Κωνσταντής άρχισε να ταράσσεται από εφιάλτες στον ύπνο του. Έβλεπε πάντα τη μάννα του εμπρός του να κλαίη, άλλοτε να τον καταριέται, και ετιναζόνταν ορθός, αγριεμμένος. Και επί τέλους έλαβε την απόφασι. Πλούτη είχε όσα ήθελε. Έλυνε κι έδενε στου πασά το σπίτι. δόξες, τιμές και εξουσία άφθονη, θα φόρτωνε ένα καΐκι από όλα τα αγαθά της γης και θα τάφερνε στην Ύδρα, θα γέμιζε το πατρικό του σπίτι και θα καλόπιανε τη μάννα του. Όσο για τους Υδραίους ας τους να λένε ό,τι θέλουν!…

* * *

Είχε η νύχτα προχωρήσει αρκετά όταν αγκυροβόλησε το καΐκι του εξωμότου στο λιμάνι της Ύδρας. Τα σκυλιά των άλλων καϊκιών εγαύγιζαν άγρια και ούρλιαζαν αναστατώνοντας την ηρεμία του λιμανιού. Σε λίγο ένας Τούρκος με σαρίκι φορτωμένος δώρα κτυπούσε με το ρόπτρο την αυλόπορτα του μαυρισμένου σπιτιού. Ο αντίλαλος συνετάραξε όλη τη γειτονιά. Από το σπίτι ως τόσο απάντησις καμμιά. Ξανακτύπησε. και πάλι καμμιά απάντησις. Καλές γειτόνισσες ξύπνησαν από τον ύπνο και άνοιξαν τα παράθυρα να ιδούν ποιος κτυπάει τέτοια ώρα την πόρτα του ρημαγμένου σπιτιού και σαν είδαν Τούρκους με σαρίκια, έκαναν ανατριχιασμένες το σταυρό τους, έκλειναν με βία τα παράθυρα, άναβαν κεριά, έβαζαν λιβάνι και έκαναν μετάνοιες κλαίγοντας. «Ο καταραμένος ήλθε! Άμοιρη χήρα μάννα!»

Σε κάμποση ώρα ανοίγει δειλά-δειλά ένα παράθυρο ψηλά από το πονεμένο σπίτι. Ένα κεφάλι μαυροσκεπασμένο επρόβαλε και ρώτησε τρομαγμένο: «Ποιος είναι τέτοια ώρα; Εγώ δεν έχω κανένα σ’ αυτόν τον κόσμο. Τί θέλετε στο σπίτι μου τέτοια ώρα;» «Άνοιξε, μάννα μου», φωνάζει ο γυιος της χήρας. «Ο γυιος σου είμαι ο Χασάνης! Ήλθα δώρα φορτωμένος ένα ολόκληρο καΐκι για να σε κάνω ευτυχισμένη. Άνοιξε, μάννα μου, θέλω να πέσω στην αγκαλιά σου. Ο γυιος σου είμαι!»

Η Υδραία μάννα αγρίεψε και από το στόμα της άφησε να βγουν λόγια σαν κεραυνοί: «Ο γυιος μου ο Χασάνης; Καταραμένε! φύγε από τα άγια χώματα της Ύδρας. Εγώ είμαι χριστιανή. Εγώ γυιο Τούρκο δεν εγέννησα. Ο γυιος μου ο Κωνσταντής επέθανε για μένα.

Καταραμένε, φύγε από το σπίτι μου. Η γη να σε ξεράση. Καταραμένεε…!» Έκλεισε απότομα το παράθυρο και έπεσε λιπόθυμη με λυγμούς στο πάτωμα η άμοιρη μάννα. Ο εξωμότης εζαλίσθηκε, τον πήραν τα κλάματα και τρικλίζοντας από τη δυστυχία άρχισε να κατεβαίνη τα σκαλένια σοκάκια της Ύδρας για να γυρίση γρήγορα στο καΐκι και να φύγη, να φύγη μακρυά. Τα πατήματα των ποδιών στα καλντερίμια αντιλαλούσαν στους τοίχους των γύρω σπιτιών και τρομαγμένες οι νοικοκυρές άνοιγαν δειλά τα παράθυρα και βλέποντας τον εξωμότη έμπαιναν απότομα μέσα, αφήνοντας να ακούγεται η λέξις: «Ο καταραμένος» για να τον συνοδεύη εκείνη στη ζωή του. Και οι βράχοι της Ύδρας και τα κύματα, που ξεσπούσαν επάνω στο καΐκι, που έφευγε, ενόμιζε ο εξωμότης ότι όλα του έλεγαν «καταραμένε!» Ακούμπησε τότε το κεφάλι του βαρύ επάνω στις παλάμες του και βυθίσθηκε σε σκέψεις. Ήταν η πρώτη φορά, που άρχισε να νοιώθη σαν κάτι να του δαγκάνη την καρδιά. Χίλιοι δαίμονες ενόμισε πως τον κυνηγούσαν και έβαλε πλώρη για την Πόλι.

Ήταν τότε Πατριάρχης ο Άγιος Γρηγόριος ο Ε’. Μπροστά του γονατισμένος εξωμολογήθηκε την αμαρτία του την τρομερή και εζήτησε το έλεος της Εκκλησίας. Ο Πατριάρχης τον αγκάλιασε και έκλαψαν και οι δυο ώρα πολλή. Το πρόσωπο του Κωνσταντή άστραψε από αγαλλίασι. Είχε λάβει την απόφασι να ξεπλύνη το ρύπο ακόμα και με το αίμα του. Επήγε λίγους μήνες στο Άγιον Όρος να ξανασάνη και να προσευχηθή και έπειτα ξαναγύρισε πάλι, χριστιανός τώρα, στη Ρόδο. Εκεί σαν εμπνευσμένος ιεραπόστολος εκήρυξε δημοσία την πλάνη του και εκάλεσε και τον ίδιο τον πασά να γίνη χριστιανός. Μήνες ολοκλήρους επάλαιψε στη Ρόδο ανάμεσα σε τρομερά μαρτύρια. Σηκώνεται η τρίχα του ανθρώπου, όταν διαβάζη τις λεπτομέρειες αυτής της ιστορίας. Και επί τέλους στις 14 Νοεμβρίου του 1800 παρέδωσε Μάρτυς πλέον του Χριστού στα χέρια Του τη μαρτυρική ψυχή του «Ο Άγιος Κωνσταντίνος ο εξ Ύδρας»!

* * *

Σείεται όλο το νησί από χαρά και κωδωνοκρουσίες. Η ένδοξη Ύδρα είναι στο ποδάρι. Ο Ιστορικός και μεγαλόπρεπος ναός της Παναγίας «το Μοναστήρι» είναι ολόκληρος στολισμένος σε σμυρτιές και δάφνες και με φασκομηλιές είναι στρωμένος και ο ναός και η προκυμαία όλη του νησιού και ο δρόμος, που οδηγεί στο σπίτι του Αγίου. Όλα τα καΐκια στο λιμάνι είναι σημαιοστολισμένα και τα σπίτια της Ύδρας όλα. Ο Δεσπότης ντυμένος τη στολή του και οι παπάδες όλοι με τα εξαπτέρυγα περιμένουν στην προκυμαία. Τί γίνεται! Μάτι δεν μένει αδάκρυτο. Οι Υδραίες νοικοκυρές και οι κοπέλλες είναι όλες ντυμένες με τις ολόχρυσες στολές. Ο Ηγούμενος κρατεί στα χέρια του τα άγια Λείψανα και κλαίει. Η λιτανεία πηγαίνει προς το σπίτι του Αγίου. Όλη η πόλις είναι χωμένη στα σύννεφα του μοσχολίβανου και μυρωμένη με το άρωμα της φασκομιλιάς, της δάφνης και της μυρτιάς. Η πόρτα του σπιτιού της ευτυχισμένης τώρα χήρας μάννας μένει ακόμα κλειστή, για να ανοίξη μεγαλόπρεπα σε λίγο. Ο Δεσπότης ο ίδιος κρούει τώρα τη θύρα. Κοπέλλες χωμένες στα χρυσά την ανοίγουν διάπλατα στο κτύπημα του Δεσπότη και γονατίζουν κρατώντας λιβανιστήρια στα χέρια τους και κλαίγοντας: «Έλα, ευτυχισμένη μάννα, να υποδεχθής το γυιο σου», της είπε ο Δεσπότης, ενώ η φωνή του εκοβόταν από τους λυγμούς.

Η μάννα του Αγίου ντυμένη στα ολόχρυσα, περιτριγυρισμένη και από άλλες αρχόντισες της Ύδρας στα ολόχρυσα κι’ αυτές ντυμένες, ανοίγει την αγκαλιά της και παίρνει τα άγια Λείψανα από τα χέρια του Ηγουμένου, που έκλαιγε σαν μικρό παιδί, και ξεφωνίζει με κλάματα: «Καλώς το το παιδί μου! Έτσι σε ήθελα παιδί μου, νάρθης στην πατρίδα! Καλώς το το παιδί μου…!» Ώρες ολόκληρες οι λυγμοί και τα κλάματα εδονούσαν τις καρδιές των Υδραίων, κλάματα, που τους έκαναν να καυχώνται και να τα αισθάνωνται δροσιά στις καρδιές των. Καμμιά συγκίνησις, καμμιά ικανοποίησις στο δοξασμένο νησί σαν κι’ αυτή…

* * *

Κάθε χρόνο αυτές τις ημέρες, που εορτάζεται η μνήμη του νεομάρτυρος Κωνσταντίνου του Υδραίου, έρχονται στο νου μου οι συγκινητικές αυτές σκηνές. Τις βλέπω ζωντανές με τα ψυχικά μου μάτια και περνούν και στο δικό μου το κορμί τα ίδια ρίγη, που περνούν και τα κορμιά των αγαθών Υδραίων κάθε χρόνο τέτοιες ημέρες και ανακουφίζεται από το ίδιο ψυχικό ξεκούρασμα και η δική μου ψυχή.

Και σας, αγαπητοί μου φίλοι, παρακαλώ σήμερα να σταθήτε μαζί μου με σεβασμό πρώτα-πρώτα μπρος στη μεγάλη Υδραία μητέρα, στην οποία κυρίως οφείλεται η επιστροφή και η δόξα του Αγίου, και έπειτα και προ παντός να δοξάσετε το όνομα του Παναγάθου Θεού, που γνωρίζει να ανορθώνη τους συντετριμμένους και από την πιο τρομερή πτώσι τους να τους ανεβάζη στα ύψη της αγιωσύνης και να τους στεφανώνη με το μαρτυρικό, αθάνατο στεφάνι.

† Μητροπολίτου
Καρυστίας & Σκύρου Παντελεήμονος,
Από το βιβλίον της ζωής, Αθήναι 1939.

ΠΗΓΗ: “ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ”
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/9DCDEC4E.el.aspx

12/11/2011 Posted by | Περί αγίων, Συναξάρι | , , , , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Από την τρομερή πτώση στον στέφανο του μαρτυρίου

Ησυχαστική ζωή και επιθυμίες. Κλίμαξ

ΚΛΙΜΑΞ

ΛΟΓΟΣ 4, 121-125

Περὶ τῆς μακαρίας, καὶ ἀειμνήστου ὑπακοῆς.

Κείμενο και μετάφραση.

121. Πρὸς πάντα μὲν, πλὴν ἴσως πρὸς τὰ δύο ταῦτα πάθη οἱ ἐν συνοδίαις καθ’ ὥραν ἀγωνισώμεθα· πρὸς τὴν κοιλιομανίαν, καὶ τὴν ὀξυχολίαν· τῶν οἰκείων γὰρ ὑλῶν ἐν τῷ ὄχλῳ εὐποροῦσι.

121. Οἱ κοινοβιάτες πρὸς ὅλα βέβαια τὰ πάθη, ἀλλὰ περισσότερο πρὸς τὰ ἑξῆς δυὸ πρέπει συνεχῶς νὰ ἀγωνιζόμαστε: τὴν κοιλιοδουλεία καὶ τὸν θυμό. Διότι μέσα στὸ πλῆθος ἀφθονοῦν οἱ ἀφορμὲς τῶν παθῶν αὐτῶν.

122. Τοῖς ἐν ὑποταγῇ ὁ διάβολος ἀδυνάτων αὐτοῖς ἀρετῶν ἐπιθυμίαν ἐμβάλλει, ὁμοίως καὶ τοῖς ἐν ἡσυχίᾳ τὰ ἀνοίκεια ὑποτίθεται.

122. Ὅσους ἀσκοῦν τὴν ὑπακοή, ὁ διάβολος τοὺς παρακινεῖ νὰ ἐπιθυμοῦν ἀρετὲς ποὺ δὲν ταιριάζουν σ᾿ αὐτούς, (ἀλλὰ στοὺς ἡσυχαστὰς). Καὶ τοὺς ἡσυχαστὰς πάλι τοὺς παρακινεῖ σὲ ὅσα δὲν ταιριάζουν σ᾿ αὐτούς, (ἀλλὰ στοὺς κοινοβιάτες).

123. Ἀνάπτυξον ὑποτακτικῶν ἀδοκίμων διάνοιαν, καὶ εὑρήσεις ἐκεῖ πεπλανημένην ἔννοιαν, ἐπιθυμίαν ἡσυχίας, νηστείας ἀκροτάτης, προσευχῆς ἀρεμβάστου, ἀκενοδοξίας ἄκρας, μνήμης ἀνεπιλήστου ἐξόδου, διηνεκοῦς κατανύξεως, ἀοργησίας παντελοῦς, σιωπῆς βαθείας, ἁγνείας ὑπερβαλλούσης. Ὧνπερ κατ’ οἰκονομίαν ἐν προοιμίοις ἀποροῦντες, εἰκῆ μετεπήδησαν ἀπατηθέντες. Πρὸ γὰρ καιροῦ ζητῆσαι αὐτοὺς, ὁ ἐχθρὸς ταῦτα πεποίηκεν, ἵνα μὴ ὑπομείναντες ἐν τῷ καιρῷ τούτων ἐπιτύχωσι.

123. Στοὺς ἀπρόκοφτους ὑποτακτικούς, ἐὰν ἀνοίξης τὸν νοῦ τους, θὰ βρῆς σκέψεις πλανεμένες. Θὰ βρῆς δηλαδὴ νὰ ἐπιθυμοῦν τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή, τὴν πιὸ αὐστηρὴ νηστεία, τὴν ἀρέμβαστη προσευχή, τὴν τελεία ἀκενοδοξία, τὴν διαρκῆ μνήμη τοῦ θανάτου, τὴν συνεχῆ κατάνυξι, τὴν ἀπόλυτη ἀοργησία, τὴν βαθειὰ σιωπή, τὴν πιὸ ὑψηλὴ ἁγνότητα. Ὅλα αὐτὰ ποὺ ἐπιθυμοῦσαν οἰκονόμησε ὁ Θεὸς νὰ μὴ τὰ γευθοῦν στὴν ἀρχὴ τῆς κοινοβιακῆς τους ζωῆς. Καὶ αὐτοὶ ἀπατήθηκαν καὶ μετεπήδησαν (στὴν ἡσυχαστικὴ ζωή), γιὰ νὰ τὰ ἀναζητήσουν ματαίως ἐκεῖ. Τοὺς παρεκίνησε ὁ ἐχθρὸς νὰ τὰ ἀναζητήσουν πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα τους, γιὰ νὰ μὴν ὑπομείνουν καὶ τὰ κατορθώσουν στὴν ὥρα τους.

124. Μακαρίζει παρ’ ἡσυχασταῖς ὁ ἀπατεὼν τῶν ὑπηκόων τὴν φιλοξενίαν, τὴν διακονίαν, τὴν φιλαδελφίαν, καὶ συνδιαγωγὴν, τὴν τῶν νοσούντων ὑπηρεσίαν, ἵνα κἀκείνους ἀνυπομονήτους κατὰ τοὺς προτέρους ἀπεργάσηται ὁ πλάνος.

124. Στοὺς ἡσυχαστὰς ὁ ἀπατεὼν διάβολος μακαρίζει τὶς ἀρετὲς τῶν κοινοβιατῶν: τὴν φιλοξενία δηλαδή, τὴν ἐξυπηρετικότητα, τὴν ἀδελφοσύνη καὶ τὴν συμβίωσι καὶ τὴν περιποίησι τῶν ἀρρώστων. Καὶ τοῦτο γιὰ νὰ ἐπιτύχη ὁ πλάνος νὰ τοὺς ὁδηγήση -ὅπως καὶ τοὺς προηγουμένους- στὴν ἀνυπομονησία (καὶ στὴν ἀποτυχία).

125. Σπανίων μὲν γὰρ, ὡς ἀληθῶς τὸ λόγῳ τῆς ἡσυχίας μετέρχεσθαι ξεκουράζει στοὺς κόπους καὶ τοὺς βοηθεῖ στοὺς πολέμους.· κἀκείνων μόνων τῶν τὴν θείαν παράκλησιν πρὸς τὴν τῶν πόνων παραμυθίαν, καὶ πολέμων συνέργειαν κτησαμένων.

125. Εἶναι πράγματι σπάνιοι ἐκεῖνοι ποὺ ἀσκοῦν ὅπως πρέπει τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή. Αὐτοὶ εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν τὴν παρηγορία τῆς θείας χάριτος, ἡ ὁποία τοὺς ξεκουράζει στοὺς κόπους καὶ τοὺς βοηθεῖ στοὺς πολέμους.

Πηγή (επεξεργασμένου) αχραίου κειμένου: http://remacle.org/bloodwolf/eglise/climaque/table.htm

Η μετάφραση είναι της Ι.Μ. Παρακλήτου

Το κείμενο χωρίς μετάφραση:

121. Πρὸς πάντα μὲν, πλὴν ἴσως πρὸς τὰ δύο ταῦτα πάθη οἱ ἐν συνοδίαις καθ’ ὥραν ἀγωνισώμεθα· πρὸς τὴν κοιλιομανίαν, καὶ τὴν ὀξυχολίαν· τῶν οἰκείων γὰρ ὑλῶν ἐν τῷ ὄχλῳ εὐποροῦσι.

122. Τοῖς ἐν ὑποταγῇ ὁ διάβολος ἀδυνάτων αὐτοῖς ἀρετῶν ἐπιθυμίαν ἐμβάλλει, ὁμοίως καὶ τοῖς ἐν ἡσυχίᾳ τὰ ἀνοίκεια ὑποτίθεται.

123. Ἀνάπτυξον ὑποτακτικῶν ἀδοκίμων διάνοιαν, καὶ εὑρήσεις ἐκεῖ πεπλανημένην ἔννοιαν, ἐπιθυμίαν ἡσυχίας, νηστείας ἀκροτάτης, προσευχῆς ἀρεμβάστου, ἀκενοδοξίας ἄκρας, μνήμης ἀνεπιλήστου ἐξόδου, διηνεκοῦς κατανύξεως, ἀοργησίας παντελοῦς, σιωπῆς βαθείας, ἁγνείας ὑπερβαλλούσης. Ὧνπερ κατ’ οἰκονομίαν ἐν προοιμίοις ἀποροῦντες, εἰκῆ μετεπήδησαν ἀπατηθέντες. Πρὸ γὰρ καιροῦ ζητῆσαι αὐτοὺς, ὁ ἐχθρὸς ταῦτα πεποίηκεν, ἵνα μὴ ὑπομείναντες ἐν τῷ καιρῷ τούτων ἐπιτύχωσι.

124. Μακαρίζει παρ’ ἡσυχασταῖς ὁ ἀπατεὼν τῶν ὑπηκόων τὴν φιλοξενίαν, τὴν διακονίαν, τὴν φιλαδελφίαν, καὶ συνδιαγωγὴν, τὴν τῶν νοσούντων ὑπηρεσίαν, ἵνα κἀκείνους ἀνυπομονήτους κατὰ τοὺς προτέρους ἀπεργάσηται ὁ πλάνος.

125. Σπανίων μὲν γὰρ, ὡς ἀληθῶς τὸ λόγῳ τῆς ἡσυχίας μετέρχεσθαι ξεκουράζει στοὺς κόπους καὶ τοὺς βοηθεῖ στοὺς πολέμους.· κἀκείνων μόνων τῶν τὴν θείαν παράκλησιν πρὸς τὴν τῶν πόνων παραμυθίαν, καὶ πολέμων συνέργειαν κτησαμένων.

11/11/2011 Posted by | σε τεμάχια ημερήσιας ανάγνωσης | , , , , , , , , , | Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Ησυχαστική ζωή και επιθυμίες. Κλίμαξ