ΣΗΜΕΡΟΝ

ἐὰν τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσητε, μὴ σκληρύνητε τὰς καρδίας ὑμῶν

Εάν ο δίκαιος μόλις που σώζεται, ο άδικος τι…; (Παρ. 11)

ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ 11

Παρ. 11,1          Ζυγοὶ δόλιοι βδέλυγμα ἐνώπιον Κυρίου, στάθμιον δὲ δίκαιον δεκτὸν αὐτῷ.

Παρ. 11,1                   Δολιες ζυγαριές, που ζυγίζουν άδικα, είναι αποκρουστικές και μισητές ενώπιον του Κυρίου. Ζυγια δε ορθά και σωστά είναι δεκτά και ευλογημένα από τον Θεόν.

Παρ. 11,2          οὗ ἐὰν εἰσέλθῃ ὕβρις, ἐκεῖ καὶ ἀτιμία· στόμα δὲ ταπεινῶν μελετᾷ σοφίαν

Παρ. 11,2                  Οπου θα εισέλθη και θα κυριαρχήση υπερηφάνεια, εκεί θα ακολουθήση ο εξευτελισμός και η ταπείνωσις. Η διάνοια δε των αληθινά ταπεινών ανθρώπων μελετά ορθά και συνετά και το στόμα των εκφράζει σοφά λόγια. Η τελειότης των εναρέτων ανθρώπων θα οδηγή αυτούς με ασφάλειαν, ενώ αυτούς, που παραβαίνουν τον θείον νόμον, η υποδούλωσις και η αποτυχία θα τους έχουν λάφυρόν των.

Παρ. 11,3          ἀποθανὼν δίκαιος ἔλιπε μετάμελον, πρόχειρος δὲ γίνεται καὶ ἐπίχαρτος ἀσεβῶν ἀπώλεια.

Παρ. 11,3                  Ο δίκαιος όταν αποθάνη, αφήνει όπισθέν του λύπην δια τον θάνατόν του· ο όλεθρος όμως των ασεβών γίνεται αμέσως και μετά χαράς δεκτός.

Παρ. 11,4          ούκ ωφελήσει υπάρχοντα έν ημέρα θυμού, δικαιοσύνη δε ρύσεται από θανάτου.

Παρ. 11,4                  Δεν θα ωφελήσουν τα πλουτή, όταν εκσπάση η θεία οργή. Ενῷ η αρετή θα σώση τον άνθρωπον από πολλά δεινά και από τον αιώνιον θάνατον.

Παρ. 11,5          δικαιοσύνη ἀμώμους ὀρθοτομεῖ ὁδούς, ἀσέβεια δὲ περιπίπτει ἀδικίᾳ.

Παρ. 11,5                  Η αρετή χαράσσει άψογον και ευθείαν την οδόν των ανθρώπων. Η ασέβεια όμως περιπίπτει και περιπλέκεται μέσα εις πολλάς αδικίας.

Παρ. 11,6          δικαιοσύνη ἀνδρῶν ὀρθῶν ῥύεται αὐτούς, τῇ δὲ ἀπωλείᾳ αὐτῶν ἁλίσκονται παράνομοι.

Παρ. 11,6                  Η αρετή λυτρώνει τους ευσυνειδήτους και εντίμους ανθρώπους. Ενῷ οι παραβάται του θείου νόμου συλλαμβάνονται εις την παγίδα της απωλείας και του ολέθρου.

Παρ. 11,7          τελευτήσαντος ἀνδρὸς δικαίου οὐκ ὄλλυται ἐλπίς, τὸ δὲ καύχημα τῶν ἀσεβῶν ὄλλυται.

Παρ. 11,7                  Οταν τελευτήση ο δίκαιος άνθρωπος, δεν χάνεται η ελπίς της σωτηρίας του· εξ αντιθέτου δε εκείνα δια τα οποία εκαυχώντο οι ασεβείς, ο πλούτος, η δύναμις και η δόξα των, εξαφανίζονται εξ ολοκλήρου.

Παρ. 11,8          δίκαιος ἐκ θήρας ἐκδύνει, ἀντ᾿ αὐτοῦ δὲ παραδίδοται ὁ ἀσεβής.

Παρ. 11,8                  Ο δίκαιος διαφεύγει τας παγίδας, που του στήνουν ως πονηροί θηρευταί οι ασεβείς, αντ’ αυτού δε συλλαμβάνεται εις την παγίδα και παραδίδεται ο ασεβής.

Παρ. 11,9          ἐν στόματι ἀσεβῶν παγὶς πολίταις, αἴσθησις δὲ δικαίων εὔοδος.

Παρ. 11,9                  Οι ασεβείς με τα δόλια λόγιοι των στήνουν παγίδας δια τους συμπολίτας των· ενώ οι δίκαιοι με την συνετήν συμπεριοοράν των καθιστούν ομαλούς τους δρόμους της ζωής των άλλων.

Παρ. 11,10         ἐν ἀγαθοῖς δικαίων κατώρθωσε πόλις,

Παρ. 11,10                Με τα συνετά λόγια και τα ενάρετα έργα των δικαίων ανορθώνονται και προοδεύουν αι πόλεις. Οταν οι ασεβείς καταστρέφωνται, επικρατεί χαρά και αγαλλίασις. Με τας ευλογίας, που δίδει ο Θεός στους ειλικρινείς και εντίμους, θα δοξασθή και θα προοδεύση η πόλις.

Παρ. 11,11         στόμασι δὲ ἀσεβῶν κατεσκάφη.

Παρ. 11,11                 Με τα ψευδή, τα πονηρά και τα φαύλα λόγια, που εξέρχονται από τα στόματα των ασεβών, ανασκάπτεται εκ θεμελίων και καταστρέφεται η πόλις.

Παρ. 11,12         μυκτηρίζει πολίτας ἐνδεὴς φρενῶν, ἀνὴρ δὲ φρόνιμος ἡσυχίαν ἄγει.

Παρ. 11,12                Ο ασύνετος και ανόητος περιγελά τους συμπολίτας του, ενώ ο φρόνιμος ανήρ μένει ήσυχος, διότι γνωρίζει να συγκρατή την γλώσσαν του.

Παρ. 11,13         ἀνὴρ δίγλωσσος ἀποκαλύπτει βουλὰς ἐν συνεδρίῳ, πιστὸς δὲ πνοῇ κρύπτει πράγματα.

Παρ. 11,13                 Ο διπρόσωπος και ακριτόμυθος άνθρωπος φανερώνει τας απορρήτους αποφάσεις των συμβουλίων, ενώ ο εχέμυθος και αξιόπιστος δεν εκφράζει, αλλά αποκρύπτει επιμελώς τας μυστικάς συζητήσεις και αποφάσεις.

Παρ. 11,14         οἷς μὴ ὑπάρχει κυβέρνησις, πίπτουσιν ὥσπερ φύλλα, σωτηρία δὲ ὑπάρχει ἐν πολλῇ βουλῇ.

Παρ. 11,14                Οι άνθρωποι, από τους οποίους λείπει η συνετή διακυβέρνησις, πίπτουν όπως τα μαραμμένα φύλλα των δένδρων. Η σωτηρία δε κατορθώνεται δια μέσου πολλής σκέψεως και μελέτης.

Παρ. 11,15         πονηρὸς κακοποιεῖ ὅταν συμμίξῃ δικαίῳ, μισεῖ δὲ ἦχον ἀσφαλείας.

Παρ. 11,15                 Ο πονηρός άνθρωπος, προσεταιριζόμενος τον δίκαιον και κρυπτόμενος όπισθεν του κύρους εκείνου, διαπράττει ευχερέστερον το κακόν. Μισεί δε κάθε φωνήν ανθρώπου και ήχον σάλπιγγας, δια του οποίου θα ειδοποιηθούν οι άλλοι και θα ασφαλισθούν από αυτόν.

Παρ. 11,16         γυνὴ εὐχάριστος ἐγείρει ἀνδρὶ δόξαν, θρόνος δὲ ἀτιμίας γυνὴ μισοῦσα δίκαια. πλούτου ὀκνηροὶ ἐνδεεῖς γίνονται, οἱ δὲ ἀνδρεῖοι ἐρείδονται πλούτῳ.

Παρ. 11,16                Γυνή κοσμημένη με ηθικά χαρίσματα γίνεται αφορμή και αιτία δόξης δια τον σύζυγόν της. Εξ αντιθέτου η γυναίκα, η οποία μισεί και αποστρέφεται την δικαιοσύνην και την αρετήν, γίνεται αιτία και εστία καταφρονήσεως και εξευτελισμού δια τον άνδρα της. Οι οκνηροί, κατασωτεύοντες τα όσα έχουν, απογυμνώνονται από τα πλούτη των. Εξ αντιθέτου δε οι εργατικοί και δραστήριοι πλουτίζουν και στηρίζονται ασφαλείς εις τα πλούτη των.

Παρ. 11,17         τῇ ψυχῇ αὐτοῦ ἀγαθὸν ποιεῖ ἀνὴρ ἐλεήμων, ἐξολλύει δὲ αὐτοῦ σῶμα ὁ ἀνελεήμων.

Παρ. 11,17                 Ο άνθρωπος, που ελεεί τους άλλους, κάμνει εις την πραγματικότητα μεγάλο καλόν στον εαυτόν του, εις την ψυχήν και το σώμα του. Ο δε άσπλαγχνος και ανελεήμων καταστρέφει την επίγειον ζωήν του και την ψυχήν του.

Παρ. 11,18         ἀσεβεῖς ποιεῖ ἔργα ἄδικα, σπέρμα δὲ δικαίων μισθὸς ἀληθείας.

Παρ. 11,18                Ο ασεβής διαπράττει έργα άδικα και μάταια χωρίς καμμίαν ωφέλειαν δια τον εαυτόν του. Οσα όμως έργα καλά σπείρουν και πραγματοποιήσουν οι δίκαιοι, θα είναι δι’ αυτούς αληθινή μισθαποδοσία και ανταμοιβή.

Παρ. 11,19         υἱὸς δίκαιος γεννᾶται εἰς ζωήν, διωγμὸς δὲ ἀσεβοῦς εἰς θάνατον.

Παρ. 11,19                Ανθρωπος δίκαιος θα ζήση ευτυχισμένην ζωήν, ο ασεβής όμως, ο οποίος επιδιώκει το κακόν, θα καταλήξη στον όλεθρον.

Παρ. 11,20         βδέλυγμα Κυρίῳ διεστραμμέναι ὁδοί, προσδεκτοὶ δὲ αὐτῷ πάντες ἄμωμοι ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν.

Παρ. 11,20                Οι διεστραμμένοι τρόποι ζωής του ασεβούς είναι αποκρουστικοί και μισητοί ενώπιον του Κυρίου. Εξ αντιθέτου είναι αγαπητοί εις αυτόν οι ακέραιοι και άμωμοι εις όλας τας εκδηλώσεις της ζωής των.

Παρ. 11,21         χειρὶ χεῖρας ἐμβαλὼν ἀδίκως οὐκ ἀτιμώρητος ἔσται, ὁ δὲ σπείρων δικαιοσύνην λήψεται μισθὸν πιστόν.

Παρ. 11,21                Εκείνος που δίδει το χέρι του στο χέρι του άλλου και συνάπτει συμφωνίαν δια την πραγματοποίησιν αδίκων έργων, δεν θα μείνη ατιμώρητος παρά Θεού και ανθρώπων. Οποιος όμως σκορπίζει παντού τα έργα της αρετής θα πάρη τον πρέποντα μισθόν.

Παρ. 11,22         ὥσπερ ἐνώτιον ἐν ῥινὶ ὑός, οὕτως γυναικὶ κακόφρονι κάλλος.

Παρ. 11,22                Ο,τι είναι το χρυσό σκουλαρίκι εις την μύτην του χοίρου, κάτι τέτοιο είναι και το κάλλος εις την ασύνετον και με αμαρτωλά φρονήματα γυναίκα.

Παρ. 11,23         ἐπιθυμία δικαίων πᾶσα ἀγαθή, ἐλπὶς δὲ ἀσεβῶν ἀπολεῖται.

Παρ. 11,23                Ολαι αι επιθυμίαι των δικαίων είναι αγαθαί και θα πραγματοποιηθούν εκ μέρους του Θεού. Καθε δε πονηρά ελπίς των ασεβών ανθρώπων, διότι είναι κακή, θα καταστραφή.

Παρ. 11,24         εἰσὶν οἳ τὰ ἴδια σπείροντες πλείονα ποιοῦσιν, εἰσὶ δὲ καὶ οἳ συνάγοντες ἐλαττονοῦνται.

Παρ. 11,24                Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι σκορπίζουν απλόχερα τα αγαθά των δια την εξυπηρέτησιν των άλλων και με την ευλογίαν του Θεού αποκτούν πολύ περισσότερα. Υπάρχουν δε εξ αντιθέτου και άλλοι, οι οποίοι, αν και διαρκώς συγκεντρώνουν υλικά αγαθά με παρανόμους τρόπους, πάντοτε στερούνται.

Παρ. 11,25         ψυχὴ εὐλογουμένη πᾶσα ἁπλῆ, ἀνὴρ δὲ θυμώδης οὐκ εὐσχήμων.

Παρ. 11,25                Ο ευθύς, ο άκακος άνθρωπος έχει πάντοτε τας ευλογίας εκ μέρους του Θεού και τον έπαινον εκ μέρους των ανθρώπων. Ανθρωπος όμως, που αποθηριώνεται από τον θυμόν, έχει αποκρουστικήν συμπεριφοράν και κακήν την εμφάνισιν.

Παρ. 11,26         ὁ συνέχων σῖτον ὑπολείποιτο αὐτὸν τοῖς ἔθνεσιν, εὐλογίαν δὲ εἰς κεφαλὴν τοῦ μεταδιδόντος.

Παρ. 11,26                Δι’ εκείνον, που συνάγει και κρύπτει το σιτάρι εν καιρώ λιμού, με τον σκοπον να το πωλήση πανάκριβα, όλοι εύχονται να του το λεηλατήσουν ξένοι επιδρομείς και εχθροί. Η ευλογία δε του Θεού χορηγείται πλουσία εις εκείνον που δίδει και στους άλλους.

Παρ. 11,27         τεκταινόμενος ἀγαθὰ ζητεῖ χάριν ἀγαθήν, ἐκζητοῦντα δὲ κακά, καταλήψεται αὐτόν.

Παρ. 11,27                Αυτός που σκέπτεται πάντοτε και πράττει το καλόν, επιδιώκει και ευρίσκει πολλήν χάριν εκ μέρους του Θεού. Εκείνον όμως, ο οποίος επιζητεί να πράττη τα κακά εις βάρος των άλλων, αυτά τα κακά θα επιπέσουν επί της κεφαλής του και θα τον συντρίψουν.

Παρ. 11,28         ὁ πεποιθὼς ἐπὶ πλούτῳ οὗτος πεσεῖται, ὁ δὲ ἀντιλαμβανόμενος δικαίων οὗτος ἀνατελεῖ.

Παρ. 11,28                Εκείνος, που έχει πεποίθησιν και ελπίδα στον πλούτον του, θα πέση και θα καταστραφή. Εκείνος όμως, που βοηθεί και υποστηρίζει τους αναξιοπαθούντας δικαίους, αυτός θα ανατείλη ωσάν λαμπρός ήλιος.

Παρ. 11,29         ὁ μὴ συμπεριφερόμενος τῷ ἑαυτοῦ οἴκῳ κληρονομήσει ἄνεμον, δουλεύσει δὲ ἄφρων φρονίμῳ.

Παρ. 11,29                Εκείνος, που δεν ζη και δεν συμπεριφέρεται καλά μέσα στο σπίτι του, θα κληρονομήση αέρα, θα γίνη δηλαδή πτωχός. Ο άμυαλος και ασύνετος θα καταντήση δούλος στον συνετόν.

Παρ. 11,30         ἐκ καρποῦ δικαιοσύνης φύεται δένδρον ζωῆς, ἀφαιροῦνται δὲ ἄωροι ψυχαὶ παρανόμων.

Παρ. 11,30                Από τους καρπούς και τα έργα της δικαιοσύνης φυτρώνει και μεγεθύνεται το δένδρον της μακράς και ευτυχισμένης ζωής· ενώ η ζωή των παρανόμων ανδρών αφαιρείται πρόωρα.

Παρ. 11,31         εἰ ὁ μὲν δίκαιος μόλις σώζεται, ὁ ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλὸς ποὺ φανεῖται;

Παρ. 11,31                 Εάν όμως και αυτός ακόμη ο δίκαιος μόλις και μετά βίας σώζεται, ο ασεβής και ο αμαρτωλός πως θα τολμήση να παρουσιασθή ενώπιον του Θεού;

Πηγή: http://www.imgap.gr/file1/AG-Pateres/AG%20KeimenoMetafrasi/PD/26.%20Paroimies.htm

Το κείμενο χωρίς μετάφραση:

1 ΖΥΓΟΙ δόλιοι βδέλυγμα ἐνώπιον Κυρίου, στάθμιον δὲ δίκαιον δεκτὸν αὐτῷ. 2 οὗ ἐὰν εἰσέλθῃ ὕβρις, ἐκεῖ καὶ ἀτιμία· στόμα δὲ ταπεινῶν μελετᾷ σοφίαν 3 ἀποθανὼν δίκαιος ἔλιπε μετάμελον, πρόχειρος δὲ γίνεται καὶ ἐπίχαρτος ἀσεβῶν ἀπώλεια. 5 δικαιοσύνη ἀμώμους ὀρθοτομεῖ ὁδούς, ἀσέβεια δὲ περιπίπτει ἀδικίᾳ. 6 δικαιοσύνη ἀνδρῶν ὀρθῶν ρύεται αὐτούς, τῇ δὲ ἀπωλείᾳ αὐτῶν ἁλίσκονται παράνομοι. 7 τελευτήσαντος ἀνδρὸς δικαίου οὐκ ὄλλυται ἐλπίς, τὸ δὲ καύχημα τῶν ἀσεβῶν ὄλλυται. 8 δίκαιος ἐκ θήρας ἐκδύνει, ἀντ’ αὐτοῦ δὲ παραδίδοται ὁ ἀσεβής. 9 ἐν στόματι ἀσεβῶν παγὶς πολίταις, αἴσθησις δὲ δικαίων εὔοδος.

10 ἐν ἀγαθοῖς δικαίων κατώρθωσε πόλις, 11 στόμασι δὲ ἀσεβῶν κατεσκάφη. 12 μυκτηρίζει πολίτας ἐνδεὴς φρενῶν, ἀνὴρ δὲ φρόνιμος ἡσυχίαν ἄγει. 13 ἀνὴρ δίγλωσσος ἀποκαλύπτει βουλὰς ἐν συνεδρίῳ, πιστὸς δὲ πνοῇ κρύπτει πράγματα. 14 οἷς μὴ ὑπάρχει κυβέρνησις, πίπτουσιν ὥσπερ φύλλα, σωτηρία δὲ ὑπάρχει ἐν πολλῇ βουλῇ. 15 πονηρὸς κακοποιεῖ ὅταν συμμίξῃ δικαίῳ, μισεῖ δὲ ἦχον ἀσφαλείας. 16 γυνὴ εὐχάριστος ἐγείρει ἀνδρὶ δόξαν, θρόνος δὲ ἀτιμίας γυνὴ μισοῦσα δίκαια. πλούτου ὀκνηροὶ ἐνδεεῖς γίνονται, οἱ δὲ ἀνδρεῖοι ἐρείδονται πλούτῳ. 17 τῇ ψυχῇ αὐτοῦ ἀγαθὸν ποιεῖ ἀνὴρ ἐλεήμων, ἐξολλύει δὲ αὐτοῦ σῶμα ὁ ἀνελεήμων. 18 ἀσεβεῖς ποιεῖ ἔργα ἄδικα, σπέρμα δὲ δικαίων μισθὸς ἀληθείας. 19 υἱὸς δίκαιος γεννᾶται εἰς ζωήν, διωγμὸς δὲ ἀσεβοῦς εἰς θάνατον.

20 βδέλυγμα Κυρίῳ διεστραμμέναι ὁδοί, προσδεκτοὶ δὲ αὐτῷ πάντες ἄμωμοι ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν. 21 χειρὶ χεῖρας ἐμβαλὼν ἀδίκως οὐκ ἀτιμώρητος ἔσται, ὁ δὲ σπείρων δικαιοσύνην λήψεται μισθὸν πιστόν. 22 ὥσπερ ἐνώτιον ἐν ρινὶ ὑός, οὕτως γυναικὶ κακόφρονι κάλλος. 23 ἐπιθυμία δικαίων πᾶσα ἀγαθή, ἐλπὶς δὲ ἀσεβῶν ἀπολεῖται. 24 εἰσὶν οἳ τὰ ἴδια σπείροντες πλείονα ποιοῦσιν, εἰσὶ δὲ καὶ οἳ συνάγοντες ἐλαττονοῦνται. 25 ψυχὴ εὐλογουμένη πᾶσα ἁπλῆ, ἀνὴρ δὲ θυμώδης οὐκ εὐσχήμων. 26 ὁ συνέχων σῖτον ὑπολείποιτο αὐτὸν τοῖς ἔθνεσιν, εὐλογίαν δὲ εἰς κεφαλὴν τοῦ μεταδιδόντος. 27 τεκταινόμενος ἀγαθὰ ζητεῖ χάριν ἀγαθήν, ἐκζητοῦντα δὲ κακά, καταλήψεται αὐτόν. 28 ὁ πεποιθὼς ἐπὶ πλούτῳ οὗτος πεσεῖται, ὁ δὲ ἀντιλαμβανόμενος δικαίων οὗτος ἀνατελεῖ. 29 ὁ μὴ συμπεριφερόμενος τῷ ἑαυτοῦ οἴκῳ κληρονομήσει ἄνεμον, δουλεύσει δὲ ἄφρων φρονίμῳ.

30 ἐκ καρποῦ δικαιοσύνης φύεται δένδρον ζωῆς, ἀφαιροῦνται δὲ ἄωροι ψυχαὶ παρανόμων. 31 εἰ ὁ μὲν δίκαιος μόλις σώζεται, ὁ ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλὸς ποὺ φανεῖται;

21/09/2011 - Posted by | --Παροιμίαι κατά κεφάλαια | , , , , , , ,

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s